(ή πίσω στα ίδια δηλαδή)...
Για τον κύριο Coupland είχα ακούσει και διαβάσει πολλά, εκτός από τα βιβλία του. Γι' αυτό κι είχα απέναντί του την εγγενή αντιπάθεια κατά του συγγραφέα που πιο πολύ ακούγεται αυτός παρά το έργο του. Αλλά γι' αυτό μάλλον φταίει λιγότερο ο Coupland και περισσότερο τα ΜΜΕ που πήραν τις ατάκες του και τις πασάραν για σημαίες της Γενιάς Χ (ως μέλος της οποίας κατατάσσεται, σύμφωνα με τους δημοσιογράφους πάντα, και η υποφαινόμενη). Κάτι τέτοιες καταστάσεις ενασχόλησης με τα περί του κειμένου (αντί για την εντρύφηση στο βάθος του) είναι χαρακτηριστικές του μεταμοντέρνου, το οποίο όλο και πανηγυρίζει ότι βρήκε το νόημα για να κλαφτεί το επόμενο δευτερόλεπτο ότι του ξέφυγε πάλι.
Εν πάσει περιπτώσει, το προτελευταίο του βιβλίο (
Hey, Nostradamus!) έπεσε τυχαία στα χέρια μου. Όπως είπα, δεν ξέρω τίποτα για το υπόλοιπο έργο του, αλλά το παρόν βιβλίο δεν με άφησε καθόλου ασυγκίνητη και μ' έκανε να παραμερίσω πολλές από τις προκαταλήψεις μου για το εν λόγω συγγραφέα. Γιατί;
Παρόλο που η κριτική τον εξαίρει τον Coupland ότι δεν πέφτει στον μελοδραματισμό, εγώ στις σελίδες του παρόντος βιβλίου βρήκα το πιο χαρακτηριστικό μελόδραμα που θα μπορούσε να βγάλει η γενιά μας. (Προσοχή, παραμένω στο επίπεδο φόρμας εδώ).
Για κάποιο λόγο οι κριτικοί επιμένουν να χωρίζουν τον κυνισμό από το μελόδραμα, μάλλον γιατί κι αυτοί μεγαλώσανε στην εποχή που το να κλαις για κείνο που σε πόναγε ήταν out (ενώ το να κλαις για ένα τραγούδι που συμβόλιζε τον πόνο σου ήταν in). Κοινώς, ανάμεσα σε μας και τη λύπη μας μπήκε ένα γυαλί, το γυαλί που τη μια στιγμή καθρέφτιζε τον εαυτό μας και την άλλη ό,τι ήταν από την άλλη μεριά. (Οι μπαμπάδες μας μάς χάρισαν απλόχερα το πεδίο της αναπαράστασης για να παίζουμε.)
Αν αληθεύει έστω κι ένα εκατοστό απ' ό,τι γράφτηκε για τα προηγούμενα του Coupland, μάλλον μπούχτισε πλέον ο άνθρωπος από την μπλαζέ αισθητική τού να ξυπνάς κάθε πρωί προσπαθώντας να αποδείξεις ότι οι πιθανότητές σου να επιβιώσεις είναι ακόμα μικρότερες κι από χτες, και δέχτηκε την κατιούσα των πιθανοτήτων σαν ένα αναπόφευκτο δώρο της φύσης. Νάτος λοιπόν ο γκουρού της γεννιάς μας (ένας απ' τους πολλούς), σε άψογο χειρισμό του λόγου ("και σε καλή οικονομία του υλικού του" όπως λέει και το σύνηθες κλισέ των Ελλήνων κριτικών λογοτεχνίας) αποφασίζει να κλάψει και να πονέσει. Η απόσταση που διατηρεί περίτεχνα με το αντικείμενο της λύπης, τούτη τη φορά δεν έχει να κάνει με το ύψωμα ενός ακόμα γυαλιού ανάμεσα σ' αυτόν και το αντικείμενό του (αυτό υπάρχει πάντα εκεί), αλλά πιο πολύ με μια προσπάθεια να καθαρίσει με την ανάστροφη του μανικιού του τη θολούρα που έχει κατακάτσει πάνω του.
Κι έτσι έχουμε μια Βορειοαμερικάνικη τραγωδία, ταϊσμένη από τις ιστορίες των ΜΜΕ που προσπαθεί με στυλ (στην επιφάνεια) αλλά με μανία (από κάτω) να βρει τις ρίζες της λύπης μιας γενιάς που της μάθανε μόνο να γελάει.
Ετικέτες Βιβλιοσκώληξ