24.10.03

Ανέκδοτο (παλιό)

Ο Zygmunt Bauman* διηγείται ότι κάποτε ο Καρλ Πόπερ** συζητούσε ένα πολύ σημαντικό θέμα για τη μεθοδολογία της επιστήμης με συναδέλφους-αυθεντίες από διάφορους κλάδους των κοινωνικών επιστημών . Στην παρέα τους ήταν κι ένας ανθρωπολόγος, ο οποίος σε όλη τη διάρκεια της συζήτησης δεν έβγαλε κουβέντα. Όταν, στο τέλος, ερωτήθηκε να εκφέρει επιτέλους τη γνώμη του, ο ανθρωπολόγος απάντησε ότι δεν είχε προσέξει τίποτα από τη συζήτηση. Όπως εξήγησε, αντί να σπαταλήσει την ενέργειά του παρακολουθώντας το περιεχόμενο, παρατηρούσε απλά τους ανθρώπους γύρω του και τον τρόπο συμμετοχής τους στη συζήτηση. Το έκανε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο στον κλάδο του συνηθίζονται να παρατηρoύνται οι 'εξωτικές' φυλές.

Ο Πόπερ εκνευρίστηκε αφάνταστα με αυτή την συμπεριφορά την οποία θεωρούσε ακατανόητη. Για τον Πόπερ και τον κριτικό ορθολογισμό του, κάθε πρόταση περιλαμβάνει κι ένα νόημα ανοιχτό για κρίση κι όταν ακούς κάτι πρέπει πάντα να προσπαθείς να το αποκρυπτογραφήσεις.

Αυτά λέει το ανέκδοτο του Bauman σύμφωνα με το σχολικό βιβλίο που μελετώ τους τελευταίους μήνες. Ως γνωστό τα ανέκδοτα τελειώνουν στη μέση της ιστορίας, εκεί που πρέπει να γελάσουμε. Τώρα λοιπόν ήρθε η ώρα να αποκαλυφθεί η συνέχεια του παραπάνω αφηγήματος. Ο εκπρόσωπος, λοιπόν, του συμπαθούς είδους των ανθρωπολόγων, μετά την ανεπιτυχή για κάποιους κι επιτυχή γι' αυτόν ακαδημαϊκή του εμφάνιση, κατέληξε στον καφενέ απέναντι από το πανεπιστήμιο, όπου παρήγγειλε κρασί και μεζέ. Τελειώνοντας το γεύμα του – το πληρωμένο με έξοδα του τμήματος- χρησιμοποίησε μια οδοντογλυφίδα για να καθαρίσει το στόμα του από το τελευταίο ψήγμα νοήματος που οι ορθολογιστές τον είχαν αναγκάσει να καταναλώσει. Σηκώθηκε, πλήρωσε το λογαριασμό και τράβηξε κατά το νότο αναρωτόμενος τι να' ναι τελικά ο άνθρωπος και τι ο λόγος μέχρι που τρέκλισε και σκόνταψε ανάμεσά τους πριν χαθεί για πάντα.

*(ref: Zygmunt Bauman, Hermeneutics and Social Science, p. 172)
** ο σημαντικότερος ίσως θεωρητικός της κοινωνιολογίας του περασμένου αιώνα.

Ετικέτες

23.10.03

Το καμάρι της μαμάς

Αχ, αυτή η φωνακλάδικη μειοψηφία των μίζερων, νεόπλουτων και συντηρητικών γονέων και κηδεμόνων: ατομάκια βολεμένα σε κάποια θεσούλα της μηχανής, τα οποία γεμίζουν την κενότητα της ύπαρξής τους με το να στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο αντάμα με την κρυφή ελπίδα ότι θα βγούνε πρώτα. "Ο Γιαννάκης, ααα, χρυσό παιδί, πρώτος σ' όλα τα μαθήματα!' "Η Μαρίζα, αριστούχα, τρεις επαίνους έχει πάρει, θα' ναι και σημαιοφόρος μεθαύριο στην παρέλαση".....Φυσικά, η ανάλογη πλύση εγκεφάλου στο σπίτι, προωθεί τον ιερό σκοπό.

Αν το παιδί δεν "τα παίρνει" (τα γράμματα), η κενότητα της ζωής των περι ου ο λόγος γεμίζει με τις επισκέψεις στον καθηγητή γεμάτες αναπόφευκτες επαιτείες: "Δεκατρία; Μα πώς γίνεται; Το παιδί προσπαθεί, παλεύει..." Στη χειρότερη περίπτωση το χέρι απλώνεται (με συνδρομή των πανταχού παρόντων γνωστών σε καίριες θέσεις) για να "περάσει το παιδί, να πάρει το απολυτήριο".

Σύνδρομα μιας γενιάς για την οποία ο διορισμός (στο δημόσιο, καλέ) είναι το τέλος. Κι οι βαθμοί ο μόνος τρόπος προαγωγής. Επισήμως. Ανεπισήμως βασιλεύει κείνο που παλιά το λέγαν γλύψιμο και τώρα το λένε απαίτηση, λες κι όλος ο κόσμος φτιάχτηκε για να υπηρετεί τα συμφέροντα της κυρίας Κατίνας και της κορούλας της.

Οι μαμάδες κι οι μπαμπάδες, να' χουν να κοκορεύονται, να' χουν να λένε, ανάμεσα από το γραφείο και τη σαπουνόπερα, το κομμωτήριο και τις αμφεταμίνες, τις δίαιτες και τα ταξίδια στην εξοχή. Το συνάφι τους είναι το παντεσπάνι πάνω στο οποίο ήρθε κι έδεσε η νέα γενιά των επιδόσεων και του τρεξίματος: τώρα το σύστημα δίνει κύβο ζάχαρης στους καλούς και ζωσμένους, βουκέντρα στους μέτριους, κι άκρα του τάφου σιωπή (κουβέντα!) για τους ζαβούς.

"Ναι, ναι, πήρε το μάστερ ο Λαλάκης, ξέρει και τρεις γλώσσες το χρυσό μου." Ο Λαλάκης σνιφάρει σπιντ στο Λονδίνο κι η μαμά κοιμάται ήσυχη στο σπίτι. Αχ, τούτη η μειοψηφία των γονέων και κηδεμόνων. Αν είχαν την παραμικρή ιδέα για τον εαυτό τους, ίσως να μπορούσανε να δούνε και την αλήθεια στα παιδιά τους. Αλλά το παιχνίδι είναι χαμένο εξ' αρχής.

Το μόνο που χωρίζει έναν πατριώτη από έναν μη πατριώτη, είναι η πρόθεση του πρώτου να φωνάξει τ' όνομά του - αν το δηλώσεις, μπορείς να το σώσεις. Επ' ευκαιρία, λοιπόν, της επαιτείου του Όχι ενάντια στους Ιταλούς φασίστες, μια πατριωτική ευχή: Άντε λοιπόν, αμήν να γεμίσει η Ελλάδα με Αλβανούς αριστούχους και μη. Τότε ίσως και το πάρουν μερικοί απόφαση πως κάποιες ώρες πρέπει να βάζεις τους κοντούς μπροστά μπροστά.

Κι είναι κι άλλες ώρες που η μόνη λύση για τον πονοκέφαλο είναι να κόψεις την κεφάλα σου. Αυτό το τελευταίο είναι που η κομμώτρια, ο ψυχολόγος κι ο γκουρού επιμένουν να κρύβουν απ' τη μαμά του Λαλάκη.

Ετικέτες

13.10.03

Μέσα απ' το φτωχοκάλυβo



Διαμπερές, ανεμοδαρμένο, παραπέον μα ποτέ ετοιμόρροπο. Όπως θα έλεγε κι ένας παλιός γνωστός: "Άντε, τα λέμε στο γάμο του Καραγκιόζη": ένας απ' τους πολλούς τρόπους να λες αντίο.

11.10.03

Πάτρα, 15η Ιουνίου του 1994

Στο στέκι του Ηλία δεν μιλάει κανείς. Ακούμε όλοι σιωπηλά τη μουσική του Μάνου ο οποίος κείνη τη μέρα είχε ξεκινήσει το δικό του "ταξίδι στ' αστέρια". Λύπη. Μούδιασμα. Κόμπος στο λαιμό. Κι η ελπίδα της λεφτεριάς το μόνο αποκούμπι.

Μια φροντισμένη ιστοσελίδα μου θύμισε πως τότε ήμουν εκεί. Σχεδόν δέκα χρόνια μετά, να' μαι εδώ, ξέροντας πολύ περισσότερα μα έχοντας προδώσει άλλα τόσα. Μαζί σου. Μαζί σας. Εμείς, τα μικρά μαύρα έντομα της αχαριστίας. Άντε και ζωή στους λόγους μας.

5.10.03

Κυριακή, κοντή γιορτή

Ζεστό ξύπνημα, αχνιστός καφές, ζεστή μουσική. Χλιαρό νερό στο μπάνιο και κάποιες επίμονες σταγόνες βρήκαν το δρόμο ανάμεσα στις σχισμές της οροφής. Αυτόπτες μάρτυρες της χτεσινοβραδινής καταιγίδας. Φυλλομετρώ με σιγουριά τις οθόνες τις διαδικτυακής Κυριακάτικης. Αρανίτση το ανάγνωσμα, πρόσχωμεν.

Η ανάγνωση του τίτλου ('νησί στο Internet') κάνει τα χέρια μου να γεμίζουν μουντζούρες από το ξεφύλλισμα. Μα, φτάνοντας στο τέλος, συνειδητοποιώ ότι ήταν μόνο η ιδέα μου.

Για όσους αρέσκονται στις γνώμες της αυθεντίας: ο Κάρλος Φουέντες ανάφερε τον Αρανίτση στα πέντε-έξι ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας που χρήζουν της συμπάθειάς του. Το φιλοαναγνώσκoν κοινό σπεύδει να συμπληρώσει: οι φίλοι του Ευγένιου είναι και δικοί μας φίλοι. Κοίτα θάρρος που το έχει....

3.10.03

You get so alone at times....



Γυρίζω σπίτι σήμερα και στον τηλεφωνητή βρίσκω ένα μήνυμα του Τομ. Δεν βγάζω άκρη απ' τα ηχογραφημένα λεγόμενα, στο τέλος όμως τον ακούω καθαρά να λέει ότι πρέπει να στείλω έγκαιρα τη συνδρομή μου στο Pygmy Fund. Ακουμπάω στο πάτωμα μια στοίβα βιβλία που' χα κουβαλήσει από τη βιβλιοθήκη και την αράζω στον καναπέ συνειδητοποιώντας ότι μετά από μια εβδομάδα γεμάτη μελανιές, γρατζουνιές και γδαρσίματα, έφτασε επιτέλους η στιγμή όλα να μπουν στη θέση τους.

Ετικέτες

2.10.03

Τσαρούχια και τσόκαρα

Μου είπες πως προχτές άκουσες δυο τουρίστες να κουβεντιάζουν και να λένε: "Στην Ελλάδα είναι πολύ ωραία. Ο ήλιος λάμπει όλο το χρόνο, οι άντρες φοράνε φουστανέλες και τσαρούχια, τα αγάλματα έχουν εξογκωμένα πέη, όλοι τρώνε μουσακά για πρωινό και απαγγέλουν Όμηρο πριν παν για ύπνο".

Δεν κρατήθηκες, γέλασες με την καρδιά σου....

Εσύ, που ακόμα πιστεύεις πως στην Ολλανδία βρέχει κάθε μέρα, τα παιδάκια θηλάζουν κοκαϊνη, οι πόρνες είναι όλες νόμιμες κι ο σοσιαλισμός πραγματικότητα.

Ετικέτες

1.10.03

Δώσε κλώτσο να γυρίσει....

Ποιος σκότωσε την ποίηση σαν τόλμησε να ξεμυτίσει; Και ποιος μιλάει για μας, ποιος μας γράφει τραγούδια;

Κάποιοι παίζουν το παιχνίδι, κάποιοι σηκώνονται και φεύγουν...

Κι εγώ στη μέση αναρωτιέμαι: ποια η διαφορά;