24.10.04

Ο μεγάλος Λεμπόφσκι: επιχείρηση απελευθέρωση του Ιράκ

Σε μια συνέντευξη με τον Τζόελ Κοέν στην σημερινή Κυριακάτικη, πέφτει η "ιδέα" για ένα σίκουελ στο "Μεγάλο Λεμπόφσκι".

Ο Μεγάλος Απολιτικός συστρατεύεται όποτε ξεχυλίζει η βία των κραταιών πολιτικών επιλογών. Όπως υπονοεί ο σκηνοθέτης, η πραγματική αντίσταση είναι να την πιεις στο ποτήρι, όπως κατέβαζε τα White Russians ο Λεμπόφσκι στην ταινία.

Κάθε φορά που κάνει ο Μπους πόλεμο, θα' θελαν οι αδερφοί Κοέν να κάνουν κι ένα τέτοιο σίκουελ. Δεν θα κάνουν τίποτα όμως, γιατί το ξέρουν καλά, ότι η απολιτίκ γραφικότητα του Μεγάλου Λεμπόφσκι θα κινδύνευε να αναιρεθεί με την επανάληψη, σβήνοντας πίσω της και το σκηνικό της πολιτικής ευημερίας που την ανέδειξε. Στην Αμερική, το πόστερ της ταινίας έγραφε "Καιροί σαν αυτοί, χρειάζονται έναν Μεγάλο Λεμπόφσκι".

Άλλοι καιροί, άλλα ήθη, αλλά ο σκηνοθέτης ανακαλεί τον ήρωά του (και ήρωά μας) γιατί δεν τον βρίσκει πουθενά πια. Ακόμα κι αν υπάρχει, δε βγαίνει πια στην οθόνη, παρά μόνο στις ανέπνευστες καρικατούρες του τις "εμπνευσμένες" απ' αυτόν.

Κι αυτό που λέει ο Τζόελ Κοέν δεν έχει να κάνει με αντίσταση στον πόλεμο και τις πολιτικές του, αλλά με νοσταλγία για την εποχή που ένας χαρακτήρας σαν τον Λεμπόφσκι μπορούσε να βγει στο προσκήνιο, γιατί το πολιτικό σκηνικό που τον ανάδειξε θεωρούταν δεδομένο. Και τώρα βρίσκεται κάπου ο Μεγάλος και πάω στοίχημα πως κάνει ακριβώς τα ίδια πράγματα, αλλά δεν έχει χώρο στο πεδίο αναπαράστασης για τύπους σαν αυτόν. Ακριβώς επειδή η τωρινή εποχή χρειάζεται έναν Μεγάλο Λεμπόφσκι, δεν είναι εύκολο πια να τον βρει.

Στην Αμερική οργανώνουν φεστιβάλ μπόουλινγκ αφιερωμένα στ' όνομά του. Προσοχή λοιπόν στις ιδεολογικές επενδύσεις σε ήρωες. Ο ήρωας είναι ένας, οι ερμηνείες πολλές. Πάντα το πλήθος δημουργεί την ταυτότητά του σε σχέση με ήρωες, ολόκληρο το Χολυγουντιανό σινεμά βασίζεται σ' αυτό το νταλαβέρι αναγνώρισης του θεατή με την οθόνη. Κοινώς, κάθε εποχή θα χρειάζεται κι έναν Λεμπόφσκι(έστω και Μικρομεσαίο), όσο θα υπάρχουν θεατές που θα βρίσκουν τον εαυτό τους στις χαραμάδες της κινηματογραφικής αναπαράστασης. Ακριβώς γι' αυτό, ας ελπίσουμε ότι το σχόλιο θα μείνει στο επίπεδο της πλάκας και ότι το σίκουελ θ' αργήσει ακόμα.

Στο μεταξύ, όπως και τότε, έτσι και τώρα: ο μόνος Λεμπόφσκι που χρειαζόμαστε πραγματικά είναι αυτός με τον οποίο μπορούμε να πάμε μαζί για μπόουλινγκ. Ψάξτε στο σπίτι σας και στη γειτονιά σας...

16.10.04

Ποιος γυρνάει τις σελίδες;

Ένας δημοφιλής χαρακτηρισμός της ξενόγλωσσης βιβλιοκριτικής είναι το "pageturner". Ένα βιβλίο χαρακτηρίζεται έτσι όταν ο/η συγγραφέας έχει δουλέψει τα βασικά συστατικά της πλοκής με τέτοιο τρόπο που σε κάθε σελίδα, αντί να σταματήσεις και να σκεφτείς, να πέφτεις στον καταναγκασμό του γυρίσματός της. Περιττό να αναφέρω ότι τα pageturner πουλάνε σαν τρελλά (πάει συνήθως παρέα με τον ποσοτικό χαρακτηρισμό του best seller).

Οι κριτικές δεν λένε αν αυτό είναι καλό ή κακό, μάλιστα υπάρχουν κριτικές καλές και κακές για pageturners (αλήθεια, υπάρχει Ελληνικός όρος;). Οι κριτικοί, με αχαρακτήριστη απάθεια κοιτάνε το επίτευγμα της τεχνικής σαν καταφέρνει να κρατήσει τους βαρεμένους, ανυπόμονους αναγνώστες από την αρχή μέχρι το τέλος. Γιατί, αν δεν είναι pageturner, ποιος ο λόγος να γυρίσεις τις σελίδες;

Έτσι είναι στο χώρο του γραψίματος που θέλει να μοιάσει με σινεμά blockbuster: οι σελίδες γυρίζουν, τα βιβλία εναλάσσονται και γίνεται φανερό ότι ο χαρακτηρισμός χρησιμοποιείται για το βιβλίο ενώ αναφέρεται ρητά και αμετάκλητα στον αναγνώστη: ο συγγραφέας απέθανε, ζήτω ο σελιδογυρίστρας homo sapiens που φυλλομετράει υποκείμενος στην γοητεία του δράματος του φυλλογυρίσματος, ρουφώντας μονορούφι τις σελίδες της αναγνωστικής ζωής του. Οι αναγνώστες έρχονται και παρέρχονται, η παραγωγή των σελίδων που φτιαχτήκαν για προσπεραστούν συνεχίζεται...

Ετικέτες

10.10.04

Πρόσκληση


(Στη Θεσσαλονίκη)

4.10.04

Πολύ κίνηση

και πολύ διαφήμιση για τον επικείμενο νέο δίσκο του Tom Waits... Με το που μπήκε το φθινόπωρο, πλήθος καλλιτεχνών ανακοίνωσαν νέες δουλειές, για παράδειγμα (με τελείως υποκειμενικά κριτήρια): Nick Cave, Marianne Faithfull και REM. Ο κύριος Waits δε, εξακολουθεί να επιμένει στο απόλυτο σνομπάρισμα των συναυλιών, συντελώντας στη μυθοποίησή τους (όποιος νομίζει ότι τα δύο γεγονότα είναι ασύνδετα μεταξύ τους, απατάται οικτρά). Λίγες, πολύ λίγες συναυλίες, με πανάκριβα εισιτήρια που εξαντλούνται σε λίγα τέταρτα της ώρας. (Όπως τότε παλιά, στο Παρίσι κι ακόμα παλιότερα, στη Φλωρεντία, τότε που με πολύ επιμονή τα βρήκα τα κλειδιά, άνοιξα την πόρτα του θεάτρου και τον είδα).

Τον παρακαλέσαν τον μπαρμπα-Tom με τα χίλια ζόρια να παίξει μια ακόμα φορά στο Λονδίνο, αλλά δεν ήθελε, για "να είναι πίσω στο σπίτι του για το thanksgiving". 19-21 Νοεμβρίου παίζει στο Άμστερνταμ, ακολουθούμενος, μετά από λίγες μόνο μέρες από τον Nick Cave. Σε έναν απρόβλεπτο κι όμορφο χρονισμό, τις ίδιες μέρες σκοπεύω να είμαι κάπου αλλού, ψηλαφίζοντας τον αντικατοπτρισμό του ισημερινού.

Είναι όμορφο που τούτοι οι ανθρώποι συνεχίζουν να υπάρχουν, να παράγουν έργο και να γερνάνε μαζί μας. Κι ακόμα ομορφότερο που πια κι εμείς μετράμε το χρόνο με τα δικά μας έργα και παράγωγα. Αυτό να εννοούσαν άραγε τα παραμύθια όταν λέγανε "ζήσανε αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα;"

3.10.04

Ο μελοδραματισμός του μεταμοντέρνου

(ή πίσω στα ίδια δηλαδή)...

Για τον κύριο Coupland είχα ακούσει και διαβάσει πολλά, εκτός από τα βιβλία του. Γι' αυτό κι είχα απέναντί του την εγγενή αντιπάθεια κατά του συγγραφέα που πιο πολύ ακούγεται αυτός παρά το έργο του. Αλλά γι' αυτό μάλλον φταίει λιγότερο ο Coupland και περισσότερο τα ΜΜΕ που πήραν τις ατάκες του και τις πασάραν για σημαίες της Γενιάς Χ (ως μέλος της οποίας κατατάσσεται, σύμφωνα με τους δημοσιογράφους πάντα, και η υποφαινόμενη). Κάτι τέτοιες καταστάσεις ενασχόλησης με τα περί του κειμένου (αντί για την εντρύφηση στο βάθος του) είναι χαρακτηριστικές του μεταμοντέρνου, το οποίο όλο και πανηγυρίζει ότι βρήκε το νόημα για να κλαφτεί το επόμενο δευτερόλεπτο ότι του ξέφυγε πάλι.
Εν πάσει περιπτώσει, το προτελευταίο του βιβλίο (Hey, Nostradamus!) έπεσε τυχαία στα χέρια μου. Όπως είπα, δεν ξέρω τίποτα για το υπόλοιπο έργο του, αλλά το παρόν βιβλίο δεν με άφησε καθόλου ασυγκίνητη και μ' έκανε να παραμερίσω πολλές από τις προκαταλήψεις μου για το εν λόγω συγγραφέα. Γιατί;
Παρόλο που η κριτική τον εξαίρει τον Coupland ότι δεν πέφτει στον μελοδραματισμό, εγώ στις σελίδες του παρόντος βιβλίου βρήκα το πιο χαρακτηριστικό μελόδραμα που θα μπορούσε να βγάλει η γενιά μας. (Προσοχή, παραμένω στο επίπεδο φόρμας εδώ).
Για κάποιο λόγο οι κριτικοί επιμένουν να χωρίζουν τον κυνισμό από το μελόδραμα, μάλλον γιατί κι αυτοί μεγαλώσανε στην εποχή που το να κλαις για κείνο που σε πόναγε ήταν out (ενώ το να κλαις για ένα τραγούδι που συμβόλιζε τον πόνο σου ήταν in). Κοινώς, ανάμεσα σε μας και τη λύπη μας μπήκε ένα γυαλί, το γυαλί που τη μια στιγμή καθρέφτιζε τον εαυτό μας και την άλλη ό,τι ήταν από την άλλη μεριά. (Οι μπαμπάδες μας μάς χάρισαν απλόχερα το πεδίο της αναπαράστασης για να παίζουμε.)
Αν αληθεύει έστω κι ένα εκατοστό απ' ό,τι γράφτηκε για τα προηγούμενα του Coupland, μάλλον μπούχτισε πλέον ο άνθρωπος από την μπλαζέ αισθητική τού να ξυπνάς κάθε πρωί προσπαθώντας να αποδείξεις ότι οι πιθανότητές σου να επιβιώσεις είναι ακόμα μικρότερες κι από χτες, και δέχτηκε την κατιούσα των πιθανοτήτων σαν ένα αναπόφευκτο δώρο της φύσης. Νάτος λοιπόν ο γκουρού της γεννιάς μας (ένας απ' τους πολλούς), σε άψογο χειρισμό του λόγου ("και σε καλή οικονομία του υλικού του" όπως λέει και το σύνηθες κλισέ των Ελλήνων κριτικών λογοτεχνίας) αποφασίζει να κλάψει και να πονέσει. Η απόσταση που διατηρεί περίτεχνα με το αντικείμενο της λύπης, τούτη τη φορά δεν έχει να κάνει με το ύψωμα ενός ακόμα γυαλιού ανάμεσα σ' αυτόν και το αντικείμενό του (αυτό υπάρχει πάντα εκεί), αλλά πιο πολύ με μια προσπάθεια να καθαρίσει με την ανάστροφη του μανικιού του τη θολούρα που έχει κατακάτσει πάνω του.
Κι έτσι έχουμε μια Βορειοαμερικάνικη τραγωδία, ταϊσμένη από τις ιστορίες των ΜΜΕ που προσπαθεί με στυλ (στην επιφάνεια) αλλά με μανία (από κάτω) να βρει τις ρίζες της λύπης μιας γενιάς που της μάθανε μόνο να γελάει.

Ετικέτες