30.6.04

Ο Τομ και η απεμπλοκή της διήγησης


Όταν ο Τομ Ρόμπινς αποφάσισε να σκοτώσει την πλοκή, αυτή έσκασε στα χέρια του σαν πολύχρωμο βεγγαλικό κι έκανε τρεις φορές το γύρο της γης χορεύοντας πριν ξαναπέσει πάνω στη γη. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;
Φωνάζει κάποιος από μέσα: "η εφηβεία μου κράτησε όσο και τα οχτώ βιβλία του γερο-Τομ". Μα η εφηβεία του εν λόγω συγγραφέα κρατάει όσο και τα γένια του Αλομπάρ. Ζωή να' χει.

Ετικέτες

18.6.04

"Όλα τριγύρω αλλάζουνε, κι όλα τα ίδια μένουν...."

Τι έγιναν όλοι εκείνοι οι προφήτες της γενιάς μας που μέχρι πρότινος δεν έχαναν ευκαιρία να αναγγείλουν τον ερχομό της Ουτοπίας; Κι (εμείς) η αέναα έφηβοι από κάτω, χαμογελάγαμε, χορεύαμε και χαιρόμασταν για την τύχη μας να' χουμε γεννηθεί την πιο κατάλληλη στιγμή της αιωνιότητας.

Τι απόγιναν όλοι εκείνοι οι γκουρού; Και σε ποια μαύρη τρύπα μιας Παλιάς Εποχής χάθηκε το πάντα χαρούμενο κοινό τους; Ήσουν κι εσύ εκεί, ήμουν κι εγώ, αγαπητέ συνομήλικε. Μέχρι που ήρθε και μας μάζεψε η κυβερνετική ιστοσανίδα, το τελευταίο παιχνίδι μιας γενιάς που τη ρούφηξε ένα κύμα καφέ και βρώμικο.

Ετικέτες

10.6.04

ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΑ BLUES (I)

Ποιος μιλάει γι’ αυτούς, ποιος τους γράφει τραγούδια; Κανείς. Άντε το πολύ πολύ να γίνουν ήρωες σε καμιά κωμωδία, καρικατούρες του εαυτού τους που υπάρχουν μόνο και μόνο μέσω του γελοίου παρεδώσε με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Καθείς στο ρόλο του. Ποιος μιλάει γι’ αυτούς, ποιος τους υπολογίζει, ποιος ξεκινάει τη μέρα του προσευχόμενος για δαύτους; Τόσοι ανθρώποι, χιλιάδες, εκατομύρια, δισεκατομύρια, χωμένοι μέσα στα κτίρια, τα μεγάλα, τα μικρά, τα τσιμεντένια, τα γυάλινα, στα γραφεία, ξύλινα ή από μελαμίνη –ποιος νοιάζεται;- με μια οθόνη μπροστά στη μούρη τους. Οκτώ ώρες καθημερινά, λίγο πάνω, λίγο κάτω, από γραφείο σε γραφείο, από αίθουσα σε αίθουσα, ρολάκι σε ρολάκι. Τα χέρια σφίγγουν τη γραβάτα κάθε πρωί, πέντε μέρες τη βδομάδα, πάνω δεξιά, κάτω αριστερά, σφίξε τη θηλειά γύρω απ’ το λαιμό σου, διάλεξε τη γραβάτα, το κοστουμάκι, το ταγεράκι σου, έχεις πολλές επιλογές, κακόμοιρε υπαλληλάκο και πάντα ένα τσουβάλι ελπίδες να σ’ ανεβάσουν στην κορυφή της ιεραρχίας, της μισθολογικής κλίμακας, του πακέτου συνταξιοδότησης. Ένα ντοσιέ η ζωούλα σου και τη σφράγισες νωρίς νωρίς γιατί όλοι το αισθάνονται πόσο κάτω είναι η ελπίδα στο κουτί της Πανδώρας.

Ποιος γράφει γι’ αυτούς; Και τι να γράψεις; Τι γίνεται όλες αυτές τις αμέτρητες ώρες του οχτάωρου; Ποιος έβαλε το τρένο το πολιτισμού στη ράγα του οχτάωρου; Και ποιος προσπαθεί να σκοτώσει την ποίηση με το που τολμάει να ξεμυτίσει; (Μη ψυλλιαζόμενος ότι αυτή πάντα θα βρίσκει τρόπο να ξεφεύγει, τον ίδιο όπως κι ο χειρότερος εχθρός της: ο Λόγος)

(Συνεχίζεται...)