Ποιος μιλάει γι’ αυτούς, ποιος τους γράφει τραγούδια; Κανείς. Άντε το πολύ πολύ να γίνουν ήρωες σε καμιά κωμωδία, καρικατούρες του εαυτού τους που υπάρχουν μόνο και μόνο μέσω του γελοίου παρεδώσε με τους υπόλοιπους ανθρώπους. Καθείς στο ρόλο του. Ποιος μιλάει γι’ αυτούς, ποιος τους υπολογίζει, ποιος ξεκινάει τη μέρα του προσευχόμενος για δαύτους; Τόσοι ανθρώποι, χιλιάδες, εκατομύρια, δισεκατομύρια, χωμένοι μέσα στα κτίρια, τα μεγάλα, τα μικρά, τα τσιμεντένια, τα γυάλινα, στα γραφεία, ξύλινα ή από μελαμίνη –ποιος νοιάζεται;- με μια οθόνη μπροστά στη μούρη τους. Οκτώ ώρες καθημερινά, λίγο πάνω, λίγο κάτω, από γραφείο σε γραφείο, από αίθουσα σε αίθουσα, ρολάκι σε ρολάκι. Τα χέρια σφίγγουν τη γραβάτα κάθε πρωί, πέντε μέρες τη βδομάδα, πάνω δεξιά, κάτω αριστερά, σφίξε τη θηλειά γύρω απ’ το λαιμό σου, διάλεξε τη γραβάτα, το κοστουμάκι, το ταγεράκι σου, έχεις πολλές επιλογές, κακόμοιρε υπαλληλάκο και πάντα ένα τσουβάλι ελπίδες να σ’ ανεβάσουν στην κορυφή της ιεραρχίας, της μισθολογικής κλίμακας, του πακέτου συνταξιοδότησης. Ένα ντοσιέ η ζωούλα σου και τη σφράγισες νωρίς νωρίς γιατί όλοι το αισθάνονται πόσο κάτω είναι η ελπίδα στο κουτί της Πανδώρας.
Ποιος γράφει γι’ αυτούς; Και τι να γράψεις; Τι γίνεται όλες αυτές τις αμέτρητες ώρες του οχτάωρου; Ποιος έβαλε το τρένο το πολιτισμού στη ράγα του οχτάωρου; Και ποιος προσπαθεί να σκοτώσει την ποίηση με το που τολμάει να ξεμυτίσει; (Μη ψυλλιαζόμενος ότι αυτή πάντα θα βρίσκει τρόπο να ξεφεύγει, τον ίδιο όπως κι ο χειρότερος εχθρός της: ο Λόγος)
(Συνεχίζεται...)